ευμετρία

εὐμετρία και ιων. τ. εὐμετρίη, ἡ (ΑΜ) [εύμετρος]
1. το καλό μέτρο, η καλή αναλογία, η συμμετρία
2. (στη στιχουργία) η ορθότητα τού μέτρου («οὐδὲ εὐμετρίαν ἔχει», Ευστ.).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὐμετρία — εὐμετρίᾱ , εὐμετρία good measure fem nom/voc/acc dual εὐμετρίᾱ , εὐμετρία good measure fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐμετρίας — εὐμετρίᾱς , εὐμετρία good measure fem acc pl εὐμετρίᾱς , εὐμετρία good measure fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐμετρίαν — εὐμετρίᾱν , εὐμετρία good measure fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐμετρίης — εὐμετρία good measure fem gen sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • -μετρία — (Α μετρία) β συνθετικό πλήθους επιστημονικών ιδίως όρων που προήλθαν στην Αρχαία από ουσιαστικά σε μέτρης ή μετρος (βλ. λ. μέτρο). Οι νεώτεροι όροι είναι συνήθως αντιδάνειοι και στα δύο συνθετικά (ακτινο μετρία, πρβλ. γαλλ. actino metrie γωνιο… …   Dictionary of Greek

  • ԲԱՐԵՉԱՓՈՒԹԻՒՆ — ( ) NBH 1 454 Chronological Sequence: 8c, 13c գ. εὑμετρία bona mensura, congruens modus Բարւոք չափ. համեմատութիւն. չափաւորութիւն. բարեձեւութիւն. վայելչութիւն. չափակցութիւն. ... *Բարեչափութիւն անդամոց՝ հանդերձ վայելուչ գունով՝ գեղեցկութիւն առնէ… …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.